Τρίτη, 26 Μαρτίου 2013

Απόσπασμα από το «Πεθαίνω σαν χώρα» του Δημήτρη Δημητριάδη
« (…) “… Μισώ αυτή τη χώρα. Μου έφαγε τα σπλάχνα. Γράφω σʼ εσένα γιατί μαζί ποθήσαμε να είναι γόνιμα αυτά τα σπλάχνα, κι αυτός ο πόθος μάς ένωσε νύχτες και νύχτες… και σʼ άλλες ώρες της μέρας, όταν ξαφνικά γινόταν ένα θαύμα και ξεχνούσαμε τον τρόμο που έτρεχε στους δρόμους καθώς μες στις φλέβες μας… τα εφιαλτικά δελτία ειδήσεων που μας εμπόδιζαν ακόμα και να κοιταζόμαστε… διαβασμένα από θεότρελους εκφωνητές… τα ουρλιαχτά που σκέπαζαν ακόμα και τις σειρήνες των ασθενοφόρων… Ποτέ δε θα το πίστευα πως η ανθρώπινη φωνή μπορεί να φτάσει σε τέτοια ύψη… να είναι τόσο απύθμενη… να προκαλεί τόση αναστάτωση με την επιβολή της… Τέλος πάντων, ποτέ δε συνήθισα τους ανθρώπους αλλʼ αυτό είναι μια άλλη μου αναπηρία. Βιάζομαι τώρα να σου πω μερικά πράγματα κι αυτά τα λόγια θα είναι και τα τελευταία που θα ʼχεις από μένα. Μισώ αυτή τη χώρα. Μου έφαγε τα σπλάχνα. Μου τα ʼφαγε. Τη μισώ. Ναι, τη μισώ, τη μισώ. Δεν μπορεί μια γυναίκα να ζήσει με τέτοια σπλάχνα μέσα της. Όσο το σκέφτομαι, μου ʼρχεται να ξεράσω τον ίδιο τον εαυτό μου. Νιώθω σαν ξέρασμα. Μπορεί και να ʼμαι. Μια γυναίκα… δεν είναι σα μια χώρα που αξιοποιεί τα ερείπιά της, τους τάφους της… που τα ξεπουλάει όλα για εθνικό συνάλλαγμα… ζώντας απʼ αυτά. Εγώ δε θέλω να ʼμαι χώρα. Δεν είμαι χώρα. Δε θέλω να είμʼ αυτή η χώρα. Αυτή η χώρα είναι νεκρόφιλη, γεροντόφιλη, κοπρολάγνα, σοδομίστρια, πουτάνα, μαστροπός και φόνισσα. Εγώ θέλω να είμαι η ζωή, θέλω να ζήσω, θα ʼθελα να ζήσω, θα ʼθελα να μπορούσα να ζήσω, θα ʼμουν ευτυχισμένη τώρα αν ήθελα να ζήσω… όμως αυτή η χώρα δε μʼ αφήνει να το θέλω, δε μʼ αφήνει να είμαι η ζωή, να δίνω τη ζωή. Έχει φάει σαν καρκίνος τα βυζιά μου, τα μυαλά μου, τα έντερά μου, έχει κατεβάσει όλες της τις πέτρες στα νεφρά μου και τα ʼχει ρημάξει, έχει μαγαρίσει όλες τις πηγές απʼ όπου θα ʼτρεχε το γάλα μου, έχει μαζέψει όλο της το χώμα μες στις φλέβες μου και μου ʼχει σαπίσει το αίμα, έχει κάτσει όλη πάνω στην καρδιά μου και την έχει κουρελιάσει απʼ τα εμφράγματα και τις εμβολές, κάθε θεσμός της κι ένα έμφραγμα, κάθε νόμος της και μια εμβολή, τα ήθη της μου ʼχουν σμπαραλιάσει τα πνευμόνια, η ιστορία της με κάνει να τρέμω συνεχώς ολόκληρη σα να έχω προσβληθεί από την πάρκινσον, ο πολιτισμός της μʼ έχει ξεπατώσει, μʼ έχει ξεθεώσει, δεν πάει άλλο, η θέση της η γεωγραφική είναι το άσθμα μου, ολόκληρο το σχήμα της άλλοτε απλώνεται πάνω στο σώμα μου σα γιγαντιαίος έρπης ζωστήρ και με τρελαίνει… κι άλλοτε παίρνει τη μορφή τσουγκράνας και μπήγεται στα μάτια μου, τεράστιας βελόνας και μου τρυπάει το κρανίο, βράχου ολόκληρου που κρέμεται από την άκρη των μαλλιών μου και με παρασέρνει σε μια θάλασσα πικρών δακρύων… κι όλο νιώθω στον τράχηλό μου το ζυγό της κι όλο δένει τη γλώσσα μου το τραύλισμά της κι όλο μου φέρνει κρύα ρίγη η χυδαιότητά της… η προσήλωσή της στα φαντάσματά της, οι υπεκφυγές της, οι αντιγραφές της, τα φρακαρισμένα της μυαλά, τα πτώματά της, τα κιβούρια της, τα εγκλήματά της… Αυτή η χώρα είναι το χτικιό μας. Θα μας πεθάνει, θα μας ξεκάνει. Πώς θα γλιτώσουμε; Μας πίνει το αίμα, μας το πίνει. Δε μʼ αφήνει πια ούτε να κοιμηθώ, μου έχει κλέψει και τον ύπνο. Πώς θα ζήσω χωρίς ύπνο; Δε θα ζήσουμε… όλο το σπέρμα όλων των αντρών της γης δε θα μπορούσε να ζωντανέψει εκείνη την κόχη του κορμιού μου απʼ όπου ξεκινάει η ανθρώπινη ζωή… Έχεις αδειάσει όλη τη ζωή σου μέσα μου αλλά μʼ έχεις αφήσει χωρίς ζωή… Κι εσύ δεν μπορείς. Μʼ έχεις σπείρει μα ο σπόρος σου δεν πρόκειται ποτέ να πιάσει, δεν μπορεί πια ο σπόρος σας να πιάσει… δε θα ξαναβγεί ποτέ πια ζωή από μέσα μας… Το παλιογύναικο. Ένα θα ʼθελα, να την είχα μπροστά μου και να την έσφαζα με τα ίδια μου τα χέρια. Αχ, θε μου, να μπορούσα να τη σκοτώσω.
Κατάφερε οι δολοφόνοι της να φτάσουν ως τις μήτρες μας και να τις σκάψουν σαν τάφους, τα γουρούνια, τα γουρούνια, είνʼ όλοι τους γουρούνια, από ποιον νʼ αρχίσω και σε ποιον να τελειώσω, όλοι τους δολοφόνοι, όλοι τους, αυτοί με κάνουν να νιώθω την ανάγκη για το πιο μεγάλο έγκλημα, για μια ατέλειωτη σφαγή, ατέλειωτη σφαγή… αχ, πώς αντέχουμε δω μέσα, πώς δε μας τρελαίνει ακόμα αυτή η παλιοσκύλα, αυτή η γκαρότα, αυτό το στραγγουλατόριουμ, σωστή αγχόνη… με τους επίσημους μαχαιροβγάλτες της που βγάζουν επίσημους λόγους σʼ επίσημες τελετές μπρος σʼ επίσημους μαχαιροβγάλτες… Ο κάθε πόρος της είναι και μια τσέτα, κάθε γωνιά της κι ένα λάζο, κάθε χιλιοστό της και μια τσάκα, είναι γεμάτη ξόβεργες θανάτου και κοφτερούς σουγιάδες, άντρο φονιάδων, απατεώνων και ηλιθίων, λημέρι άναντρων γαμιάδων κι ανίκανων σωματεμπόρων, μας πατάει το κεφάλι μέσα στα σκατά της, μας δίνει λυσσασμένες κλωτσιές στʼ αρχίδια, μας λιώνεις, μωρή, μας στραγγίζεις, μας ρημάζεις, μας διχάζεις, μας πνίγεις, μας καταδικάζεις, μας πεθαίνεις, μας πεθαίνεις, σκρόφα, ξεπουλημένη, μολυσμένη, ψειριάρα, φαρμακοδότρα, φιδομάνα, λύκαινα, γύφτισσα, αιμομίχτρα, που όλο μαϊμουδίζεις και παπαγαλίζεις, κατσικοπόδαρη, δίσεχτη, κακορίζικη, δε σε μπορώ, δεν τη μπορώ, τη δολοφόνα, την παιδοκτόνα, τη ζαβή, τη χολεριασμένη, τη στραβοκάνα, τη ζαβή, το τσόκαρο, την παλιόγρια, την παλιόγρια, που κακό χρόνο να ʼχει, δεν αντέχω πια τίποτα δικό της, τίποτα, τίποτα, τη μισώ, τη μισώ, αχ, αχ, σε μισώ, σε μισώ, σε μισώ, σε μισώ, θα πεθάνω, τέρας, και θα εξακολουθώ να σε μισώ, ναι, το μίσος βράζει μέσα μου, θέλω να γράψω τους ανάποδους ύμνους απʼ αυτούς που γράφτηκαν ως τώρα γιʼ αυτήν, λέξη προς λέξη να την τουφεκίσω και να την παραχώσω σα σκυλί με τα ίδια μου τα χέρια… Δεν είμαι πια γυναίκα… Ούτε κι εσύ πια είσαι άντρας… Μας τα πήρε όλʼ αυτή… Τι θα μείνει όμως απʼ αυτήν χωρίς εμάς; Τι θα είνʼ αυτή όταν δεν θα ʼχει μείνει τίποτʼ από μας;… Το χώμα της έχει πάρει το σχήμα μου… Το σώμα μου έχει πια τις διαστάσεις της… Έχω μέσα μου τη μοίρα της… Πεθαίνω σα χώρα…” (…) »
Δημήτρης Δημητριάδης, «Πεθαίνω σαν χώρα»

Τρίτη, 5 Απριλίου 2011

The Fukushima nightmare

For a long time I've felt that not remembering my dreams was probably a healthy mechanism of some sort of inhibition that kept me safe & sound from the "inner" fumes... But all this seemed to vanish into thin air last night when a terrible nightmare found its way back to reality in full details making certain that there are times that even the worst ones can't always be inhibited or ignored...

"...it was a lovely afternoon one of the cool spring afternoons with people strolling by etc. We were all aware of the news about the Fukushima nuclear power plant accident and the leakage of nuclear energy from one of the reactors' core as well as the efforts scientist were carrying so as to avoid further disaster...what we were not aware of was about what was to follow...

Suddenly it started happening...one could see thick black smoke swirling from every corner of the horizon devouring light, sucking life and we all knew it was a matter of seconds before everyone and everything would finally be dragged into entire darkness... to make things worse I was away from the one I love not able to reach or hug and kiss and share the last minute together... I started crying silently"

I woke up terrified of the forthcoming END; I breathed a sigh of relief with an aftertaste of agony hanged from my eyelashes...

I sensed the horror all the people sense in front of a fatal disaster, right before the END.

I was aware that this dream lasted for only a few seconds but it gives me the creep to think that this might be the actual time a terrible disaster might last...



Σάββατο, 19 Φεβρουαρίου 2011

charity degrades and demoralises!


με αφορμή αυτή τη φράση από το βιντεάκι του slavoj zizek ένα σωρό σκέψεις ξεπετάχτηκαν πάνω στην 'φιλανθρωπία' ως στάση και τα προβλήματα που αντιμετωπίζουμε καθημερινά, αλλά και στο ρόλο της φιλανθρωπίας ως άλλοθι να γαληνέψουμε τη σκέψη, τη συνείδηση ή/και να δικαιολογήσουμε κάθε πολιτική που δεν επιλύει προβλήματα αλλά στοχεύει κάπου... μέρος μιας καλοσχεδιασμένης δοσοληψίας... σημασία έχει να μην δώσουμε λύση σε κάποιο πρόβλημα αλλά να δημιουργήσουμε 'εξαρτήσεις' κάθε είδους... και σε κάθε επίπεδο... προσωπικό, κοινωνικό και οικονομικό...

σε προσωπικό επίπεδο, η φιλανθρωπία ετεροκαθορίζει την 'ευμάρεια' του 'φιλάνθρωπου', την 'ανωτερότητά' του 'ευεργέτη' έναντι του 'ευεργετημένου', ενω παράλληλα εφησυχάζει συνειδήσεις που έχουν πλέον εκτελέσει το 'θρησκευτικό' τους καθήκον εξασφαλίζοντας οποιαδήποτε εύνοια σε πραγματικό και 'μεταφυσικό' επίπεδο. Είναι μια πρακτική φορτισμένη με την συναισθηματική εικόνα του 'δίκαιου', του ανθρώπου που στιγμιαία απέκτησε κάποιον έλεγχο στη ζωή κάποιου, καθόρισε κάπως την 'τύχη' -έστω και φευγαλέα- ενός άλλου ανθρώπου... έτσι διαμορφώνει μια συνείδηση που μαθαίνει να διαχειρίζεται τις δοσοληψίες του όχι με βάση την επιθυμία να εντοπίσει το πρόβλημα και να ψάξει για λύσεις, να διαχειριστεί την 'κρίση' αλλά με βάση μια politically correct τακτική που μας θέλει όχι 'κοινωνούς' προβλημάτων αλλά επιδερμικά ενδιαφερόμενους πολίτες... που εξαγοράζουμε έτσι την ηρεμία και την απάθεια μας έναντι μερικών φιλανθρωπικών πρακτικών... ή -στην χειρότερη περίπτωση- οργισμένους πολέμιους της οποιασδήποτε φιλανθρωπίας... ή άλλη πλευρά του ίδιου νομίσματος της επιδερμικής συνείδησης... αδιαφορώ, άρα δεν υπάρχει το πρόβλημα ή κινούμαι επιθετικά εναντίον του θεωρώντας πως έτσι το λύνω, το 'τακτοποιώ' -η πιο κυνική εκδοχή...

εκείνο που τρομάζει πάντως είναι πως όποια μορφή κι αν έχει η 'φιλανθρωπική συνείδηση', είναι μια στάση ζωής που χαρακτηρίζει τον τρόπο που λειτουργούμε σε γενικότερο επίπεδο είτε στο ρόλο του 'ευεργέτη' είτε του 'ευεργετημένου'...

με άλλα λόγια σε πολιτικό επίπεδο συχνά είμαστε οι αποδέκτες μιας 'πολιτικής φιλανθρωπίας υπέρ αδυνάτων' όπου κάθε κοινωνικό δικαίωμα φαντάζει ευγενική εκχώρηση μιας εξουσίας που καθορίζει το ύψος της φιλανθρωπίας αλλά και του ανταλλάγματος...

σε ευρωπαϊκό επίπεδο καλούμαστε να αποδώσουμε το 'αντάλλαγμα' της φιλανθρωπίας μιας κεντρικής εξουσίας που στόχο δεν είχε τόσα χρόνια την ουσιαστική επίλυση των προβλημάτων που αντιμετώπιζε η χώρα μας αλλά την εξαγορά των συνειδήσεων μέσω της διαφθοράς αλλά και της διαμόρφωσης μιας στάσης ζωής που δεν στόχευε στην γνώση και την συνειδητοποίηση αλλά στο να 'αφηνόμαστε' όλο και πιο παθητικά στις 'φιλάνθρωπες' ευρωπαϊκές πρακτικές των 'επιδοτήσεων' χωρίς τις ασφαλιστικές δικλείδες που θα εξασφάλιζαν την αξιοποίηση του ύψους της 'φιλανθρωπίας'. η ντόπια εξουσία έπαιξε καίριο ρόλο σ' αυτό... στόχος εξαρχής δεν ήταν η 'εκμάθηση' αλλά η 'τακτοποίηση' του 'χρέους' του 'ισχυρού' έναντι του 'ανίσχυρου'...με το αζημίωτο φυσικά...

ίσως τελικά πράγματι μια κοινωνία που έχει ως αξία τη συναισθηματική τάση να βοηθάμε κάποιον -απλά- δίχως να του δείχνουμε τον τρόπο,  να είναι ένδειξη μιας απολίτιστης πρακτικής που βασίζεται σε ποταπά και ανήθικα κίνητρα και αγοραίους νόμους που καμιά ανθρωπιά δεν τους διακατέχει και που αδιαφορούν για τις οποιεσδήποτε επιπτώσεις... κάνω το 'καθήκον μου' περιμένοντας κάποιο είδος ανταλλάγματος... ίσως ή φιλανθρωπία να είναι τελικά μια ανθρώπινη πρακτική με πολύ υψηλή ανταλλακτική  αξία!!!